«je suis Grec» - «είμαι Έλληνας»

Η φωτογραφία στην ταυτότητα μου με κοιτάζει. Ένα άριο πρόσωπο ασπρόμαυρο και σοβαρό. Στο πίσω μέρος γράφει τόπος γέννησης Αθήνα. Κι έτσι τυχαία δεν βρέθηκα να περιπλανιέμαι σε ωκεανούς κι ας είμαι από μια χώρα σαν πλωτή εξέδρα στη άκρη της Ευρώπης.

Με ανησυχούν οι 10.000, 20.000, 40.000 χιλιάδες πρόσφυγες, μα περισσότερο με τρομάζουν οι 400.000 που ψήφισαν Χ.Α. Κι εγώ πρόσφυγας νιώθω, σε μια ξένη γη όταν οι μέχρι εχτές φίλοι μου πιστεύουν πως για τη φτώχεια τους φταίνε οι Σύριοι.

Περισσότερο με θυμώνει που ζω σε ένα κράτος στο οποίο είναι αποδεκτό και νόμιμο μια μέρα ένας δολοφόνος –καθ ομολογία του μάλιστα- να πάει σπίτι του γιατί κάποιοι δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να επισπεύσουν τις διαδικασίες για την καταδίκη του. Ο νόμος σου λένε! Με ανησυχεί που λέμε «είμαι Έλληνας» γιατί κάνω τον σταυρό μου όταν περνώ από εκκλησία, κι ας έχω λερωμένη τη φωλιά μου. «Greek orthodox» με έλεγαν όταν ζούσα έξω και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα την γνώμη που είχαν για μένα. Με τα γόνατα φτάνω στην Παναγία της Τήνου μα δεν νιώθω ενοχή για τον άστεγο δίπλα μου, το πρεζόνι, τη φυλακισμένη… τα καλά παιδιά τα φυλάει ο Θεός, μου είπαν. Πήρα τη δουλειά «με μέσο» από τον διπλανό μου και τώρα που δεν έχει το παιδί μου δουλειά φταίει ο ξένος.

Οι γνώσεις μου στην ιστορία εξαντλούνται στο ΟΧΙ του Μεταξά και στη σημαία που κουνώ στη παρέλαση …είμαι Έλληνας και ξόδεψα τα νιάτα μου διαβάζοντας το ΚΛΙΚ και το ΕΓΩ και δεν βρέθηκε ποτέ η όρεξη, ο χρόνος, το κίνητρο, η περιέργεια να μάθω ποιος ήταν ο Όμηρος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης. Πέφτω πάνω στις λέξεις τους σε τσιτάτα που βάζει στον τοίχο του ο φεισμπουκικός φίλος μου και με ένα like εξιλεώνομαι για όλη την αδιαφορία που έχω δείξει σε ότι πιο Ελληνικό γεννήθηκε. Είμαι Έλληνας και διασκεδάζω με τους ήχους μιας μπασταρδεμένης μουσικής λίγο σα δυτική ποπ, λίγο τουρκική ιμιτασιόν και κοροϊδεύω την παραδοσιακή μουσική μου, τα δικά μου όργανα. Μαθαίνω τον Χρόνη Αηδονίδη από το cd που θα μου βάλει η Real μια Κυριακή.

Είμαι Έλληνας κι αφήνω τον κάθε ημιμαθή να μου κουνάει το δάκτυλο για το ποιος είναι ριψάσπιδας. Τον αφήνω να χρησιμοποιεί θεαματικές λέξεις γιατί έτσι αισθάνεται λόγιος. Όμως δεν είναι οι λέξεις που κάνουν τον άνθρωπο αλλά οι πράξεις. Κι αν ήταν κι αυτός πραγματικός Έλληνας θα το είχε πράξει στη μουσική του. Είμαι Έλληνας αλλά δεν βρήκα τον χρόνο ποτέ ανάμεσα στα πρωινάδικα και τα μεσημεριανά να διαβάσω τον Παπαδιαμάντη, τον Καζαντζάκη, τον Τσίρκα γιατί είναι πιο εύκολο να βρω την όρεξη να «χαλαρώσω».

Γιατί νηστεύω το Πάσχα μα καταγγέλλω εύκολα τον διπλανό μου που έβαλε τη μουσική δυνατά, καταδικάζω «τη βία από όπου κι αν προέρχεται» μα τη βαπτίσω νόμο όταν πρόκειται για «το δικό μου», με ενοχλούν οι πρόσφυγες που «βρομίζουν», ταξιδεύω στην Ευρώπη κι εγκρίνω τον πολιτισμό τους, γυρνώ και πετώ τα σκουπίδια μου εκεί που δεν με βλέπει κανείς, δεν αγαπώ τους μουσουλμάνους γιατί τους ταυτίζω με τον παππού, τη γιαγιά, τον προ παππού που σφαγιάστηκαν στη Σμύρνη και την Πόλη μα je suis Francais, anglais etc αγνοώντας πως κι αυτοί εκεί ήταν, έδιναν τις εντολές.

… Κι ύστερα πάω και ψηφίζω με καθαρή συνείδηση χωρίς καμία ουσιαστική εκπαίδευση διαλέγω από τους χειρότερους τον καλύτερο-όπως λέω- περιμένω να με σώσει-δεν με σώζει- γιατί πώς να με σώσει κανείς από αυτό που είμαι από αυτό που έχω γίνει. Από τον εαυτό μου.

Είμαι Έλληνας και με ενοχλούν όλοι οι άλλοι εκτός από τον εαυτό μου. Έφτασα ως εδώ και φταίνε όλοι οι άλλοι. Βάζω μια πέτρα στο λαιμό μου μα στο Αιγαίο σώζομαι γιατί πατώ στα πτώματα και το νερό είναι ρηχό … πέφτω από το πιο ψηλό ακμαίο κτήριο σύμβολο του πολιτισμού μου

…Και καθώς πέφτω-λένε πως περνά η ζωή μπροστά από τα μάτια σου- με βλέπω μικρό να μου «κοροϊδεύουν» την αλήθεια, με βλέπω μεγάλο να κοροϊδεύω τον εαυτό μου.